Το HP είναι ένας μικροοργανισμός πολύ κινητικός, Gram(-) με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του να είναι η άφθονη παραγωγή ουρεάσης. Πρωτοανακαλύφθηκε- απομονώθηκε το 1983 και γρήγορα υπήρξαν αποδείξεις πως είναι μία από τις συχνότερες λοιμώδεις βακτηριακές νόσους και συνδέεται άμεσα με γαστρίτιδα και πεπτικό έλκος.

Η συχνότητα ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία και τη χώρα προέλευσης. Η λοίμωξη αποκτάται στη παιδική ηλικία. Μόνο το 0,3-0,5 % των ενηλίκων μολύνονται κατά έτος. Ο μεγαλύτερος παράγοντας κινδύνου για λοίμωξη είναι η κοινωνικοοικονομική κατάσταση στη παιδική ηλικία καθώς όμως η κατάσταση αυτή συνεχώς βελτιώνεται, η επίπτωση στις νεότερες γενιές έχει υποχωρήσει.

Τα μέσα με τα οποία μεταδίδεται το HP μπορεί να είναι κοπρο-στοματική μεταβίβαση (κακή υγιεινή), η στοματο-στοματική (παρουσία στην οδοντική πλάκα και το σάλιο) και η γαστροστοματική (μεταβίβαση από παιδί σε παιδί ή από παιδί σε γονέα μέσω μολυσμένων εμεσμάτων).

Το HP εγκαθίσταται και παραμένει σε μια περιοχή με όξινο περιβάλλον το οποίο είναι αφιλόξενο για οποιοδήποτε άλλο οργανισμό. Η ουρεάση που παράγει το HP βοηθάει στο να προσκολλήσει στο τοίχωμα του στομάχου ,χωρίς να το επηρεάσει το τόσο όξινο περιβάλλον και με την βοήθεια ενός μαστιγίου μετακινείται από τον αυλό του στομάχου όπου το ph είναι όξινο σε πιο βαθιά στρώματα όπου το ph είναι σχεδόν ουδέτερο, επιτρέποντας έτσι την καλύτερη ανάπτυξη του.

Το HP αποτελεί κύριο παράγοντα κινδύνου για γαστρίτιδα, πεπτικό έλκος, γαστρικό αδενοκαρκίνωμα και γαστρικό λέμφωμα. Οι ασθενείς μπορούν να εμφανίσουν μια ποικιλία από συμπτώματα όπως επιγαστραλγία, πόνο στην κοιλιακή χώρα, ναυτία, έμετο, απώλεια βάρους, αναιμία ή χρόνια δυσπεψία.

Η διάγνωση μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους :

Α. με ιστολογικό έλεγχο όπου διενεργείται μέσω της ενδοσκόπησης με λήψη βιοψίας από το γαστρικό βλεννογόνο,

Β. με ορολογικές εξετάσεις (εξέταση αίματος), που έχουν όμως χαμηλή ευαισθησία και ειδικότητα,

Γ. με δοκιμασία αναπνοής (UREA BREATH-TEST) , που αποτελεί μία αξιόπιστη μέθοδο με υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα και χωρίς να είναι επεμβατική,

Δ. με την μέθοδο ανάπτυξης του αντιγόνου στα κόπρανα όπου και αυτή είναι μία μη επεμβατική μέθοδος που χρησιμοποιείται κυρίως για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της θεραπείας.

Αφού τεθεί η διάγνωση της λοίμωξης, πρέπει να ακολουθήσει θεραπεία. Πολλά θεραπευτικά σχήματα έχουν χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν με συνδυασμό πολυάριθμων αντιβιοτικών. Η διάρκεια της θεραπείας μπορεί να ποικίλλει από 7 έως 14 ημέρες. Η συχνότερα χρησιμοποιούμενη και συνιστώμενη θεραπεία πρώτης γραμμής για την εκρίζωση του HP είναι πλέον η τετραπλή θεραπεία, η οποία περιλαμβάνει ένα PPI (πραζόλη) ,χρησιμοποιούμενο δις ημερησίως ,μαζί με αμοξυκιλλίνη 1000 mg, κλαριθρομυκίνη 500 mg και μετρονιταζόλη 500 mg.

Επί αποτυχίας ή αλλεργίας αυτού του σχήματος μπορεί να χρησιμοποιήσουμε δεύτερης γραμμής θεραπεία, αποτελούμενη από άλλα αντιβιοτικά όπως η κινολόνες ή κετετρακυκλίνες. Επί αποτυχίας και της δεύτερης γραμμής συνιστάται αντιβιόγραμμα με τεστ ευαισθησίας στα αντιβιοτικά.

Η επαναλοίμωξη είναι σχετικά σπάνια στις αναπτυγμένες χώρες με ποσοστό περίπου 5%, σε σχέση με το 20-30% στις αναπτυσσόμενες χώρες.